Ορισμός του «τσακωτός»
0
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 0 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που πιάστηκε επ' αυτοφώρω να κάνει κάτι κρυφό, παράνομο ή κοινωνικά μη αποδεκτό. Στο διαδίκτυο αναφέρεται συχνά σε περιπτώσεις όπου κάποιος χρήστης εκτίθεται για ψέματα ή αντιφάσεις μέσω screenshots ή παλιών αναρτήσεων. Η χρήση της εμπεριέχει μια δόση ειρωνείας και ικανοποίησης από την πλευρά αυτού που έκανε την αποκάλυψη.
- Παράδειγμα
-
> Τον πιάσανε τσακωτό να σχολιάζει με fake account κάτω από τη φωτογραφία της πρώην του.
> Έλεγε ότι είναι άρρωστος αλλά τον είδαμε τσακωτό στο κλαμπ να χορεύει.
> Έγινε τσακωτός την ώρα που προσπαθούσε να αντιγράψει στις εξετάσεις και μηδενίστηκε.
0
Σχόλια