Ορισμός του «χάφτω»
2
- Περιγραφή
-
Σημαίνει πιστεύω κάτι πολύ εύκολα, συνήθως ένα ψέμα, μια δικαιολογία ή μια φάρσα, χωρίς να το εξετάσω κριτικά. Είναι συνώνυμο του «τσιμπάω το δόλωμα» και χρησιμοποιείται συχνά όταν κάποιος πέφτει θύμα τρολαρίσματος στο διαδίκτυο. Η λέξη μεταφέρει μια δόση κοροϊδίας προς το άτομο που ήταν αρκετά αφελές ώστε να πειστεί.
- Παράδειγμα
-
>Του είπα ότι κέρδισα το λαχείο και το έχαψε αμέσως ο ανόητος.
>Μην τα χάφτεις όλα όσα διαβάζεις στο Facebook, οι μισές ειδήσεις είναι fake.
>Προσπάθησε να με κοροϊδέψει, αλλά δεν το χάφτω εγώ αυτό το παραμύθι.
0
Σχόλια