Ορισμός του «χαϊπάρω»
0
- Περιγραφή
-
Σημαίνει τη δημιουργία υπερβολικού ενθουσιασμού ή προσμονής για ένα επερχόμενο γεγονός, προϊόν ή κυκλοφορία. Συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση όπου κάποιος παρασύρεται από τη μαζική διαφήμιση ή τη δημοτικότητα κάτιου. Μπορεί να έχει και αρνητική χροιά αν το τελικό αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν.
- Παράδειγμα
-
> Μη με χαϊπάρεις άλλο με το καινούργιο παιχνίδι, δεν αντέχω να περιμένω.
> Όλοι έχουν χαϊπαριστεί με τη συναυλία, ελπίζω να αξίζει τελικά.
0
Σχόλια