Ορισμός του «γιαπίζω»
1
- Περιγραφή
-
Ρήμα που προέρχεται από το 'yapping' και σημαίνει το να μιλάει κάποιος ακατάπαυστα για θέματα που δεν ενδιαφέρουν τους άλλους ή χωρίς να λέει κάτι ουσιαστικό. Χρησιμοποιείται συχνά για να σταματήσει κάποιον που φλυαρεί ενοχλητικά σε σχόλια ή σε ομαδικές συνομιλίες. Το ύφος είναι συνήθως περιπαικτικό ή ελαφρώς επιθετικό.
- Παράδειγμα
-
Σταμάτα να γιαπίζεις για το τι έφαγες το πρωί, δεν νοιάζεται κανείς.
Άρχισε πάλι να γιαπίζει για την πολιτική και μας πήρε ο ύπνος.
0
Σχόλια