Ορισμός του «καπιάρω»
1
- Περιγραφή
-
Ρήμα που προέρχεται από την αγγλική λέξη 'cap' και σημαίνει ότι κάποιος λέει ψέματα ή υπερβάλλει σκόπιμα. Χρησιμοποιείται κυρίως για να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια κάποιου σε μια συζήτηση ή σε ένα σχόλιο κάτω από μια ανάρτηση. Συχνά συνοδεύεται από το emoji της μπλε τραγιάσκας (cap) για να δηλώσει την αμφιβολία του χρήστη.
- Παράδειγμα
-
> Σταμάτα να καπιάρεις, όλοι ξέρουμε ότι δεν πήγες ποτέ σε αυτό το πάρτι.
> Μου είπε ότι έβγαλε χιλιάρικα από τα κρυπτονομίσματα, αλλά σίγουρα καπιάρει.
0
Σχόλια