Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «καπ»

Αριθμός προβολών 3
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από την αγγλική αργκό λέξη 'cap' και σημαίνει το ψέμα ή την υπερβολή. Χρησιμοποιείται κυρίως από τη νεολαία για να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια κάποιου κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας. Η φράση 'νόου καπ' (no cap) χρησιμοποιείται αντίστοιχα για να τονίσει ότι κάποιος λέει την απόλυτη αλήθεια χωρίς ίχνος υπερβολής.

Παράδειγμα

> -Είδα τον Σάκη στο σούπερ μάρκετ χθες. -Σταμάτα, αυτό είναι καπ.

> Πέρασα το μάθημα χωρίς να διαβάσω καθόλου, νόου καπ.

> Όλο καπ είσαι, δεν σε πιστεύει κανείς πια.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.