Ορισμός του «μπροκ»
2
- Περιγραφή
-
Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που δεν έχει καθόλου χρήματα ή βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Προέρχεται από την αγγλική λέξη broke και υιοθετείται κυρίως από τη Gen Z για να αυτοσαρκαστεί ή να σχολιάσει την ακρίβεια. Συχνά φέρει έναν τόνο ειρωνείας ή υπερβολής, υποδηλώνοντας ότι κάποιος ξόδεψε όλο του το χαρτζιλίκι ή τον μισθό του σε ανούσια πράγματα.
- Παράδειγμα
-
>Ρε φίλε, δεν βγαίνω σήμερα, είμαι τελείως μπροκ μέχρι να πληρωθώ την Παρασκευή.
>Πάλι πήρες καινούργια παπούτσια; Θα μείνεις μπροκ στο τέλος του μήνα και θα ζητάς δανεικά.
>Είμαστε όλοι μπροκ μετά τις διακοπές, ας κάτσουμε σπίτι να δούμε ταινία.
0
Σχόλια