Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «μπατιράκι»

Αριθμός προβολών 2
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Υποκοριστικό που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που δεν έχει καθόλου χρήματα ή βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Αν και έχει ρίζες στην παλαιότερη αργκό, χρησιμοποιείται σήμερα ειρωνικά μεταξύ φίλων για να περιγράψει την κατάσταση μετά από έξοδα ή στο τέλος του μήνα. Συχνά εμπεριέχει μια δόση αυτοσαρκασμού ή συμπόνιας για την οικονομική αποτυχία κάποιου.

Παράδειγμα

> Έγινα μπατιράκι μετά τις διακοπές, ούτε για καφέ δεν έχω.

> Άσε το μπατιράκι να ησυχάσει, δεν βγαίνει σήμερα γιατί περιμένει να πληρωθεί.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.