Ορισμός του «σολαρισμένος»
1
- Περιγραφή
-
Περιγράφει την κατάσταση κάποιου που είναι μόνος του, είτε επειδή δεν έχει σχέση είτε επειδή έχει απομονωθεί κοινωνικά για ένα διάστημα. Συχνά χρησιμοποιείται με μια δόση αυτοσαρκασμού ή υπερηφάνειας για την ανεξαρτησία του ατόμου. Στον κόσμο του gaming, μπορεί να αναφέρεται και σε παίκτη που παίζει χωρίς ομάδα, αλλά στην καθημερινή αργκό αφορά κυρίως την προσωπική ζωή.
- Παράδειγμα
-
Είμαι σολαρισμένος εδώ και έναν χρόνο και έχω βρει την υγειά μου.
Μην τον περιμένεις, είναι σολαρισμένος και δεν θέλει παρέες τώρα.
0
Σχόλια