Ορισμός του «πικαρισμένος»
1
- Περιγραφή
-
Περιγράφει το άτομο που έχει εκνευριστεί έντονα ή έχει προσβληθεί από κάποιο σχόλιο ή ενέργεια, συνήθως στο πλαίσιο του gaming ή των social media. Η λέξη προέρχεται από το αγγλικό 'pique' ή 'picked' και υποδηλώνει ότι κάποιος έχει 'τσιμπήσει' σε μια πρόκληση. Χρησιμοποιείται συχνά για να χλευάσει κάποιον που παίρνει τα πράγματα πολύ σοβαρά ή που έχασε την ψυχραιμία του μετά από μια ήττα.
- Παράδειγμα
-
> Κοίτα τον πώς κάνει στο chat, είναι τέρμα πικαρισμένος επειδή τον κέρδισα.
> Μην είσαι πικαρισμένος, ένα αστείο κάναμε και το πήρες προσωπικά.
0
Σχόλια