Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ψηλοκρεμαστός»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Αυτός ο όρος περιγράφει κάποιον που βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης, αμηχανίας ή που έχει μείνει εκτεθειμένος από μια ξαφνική εξέλιξη. Προέρχεται από την αθλητική ορολογία αλλά πλέον χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ψυχολογική κατάσταση κάποιου που δεν ξέρει πώς να αντιδράσει σε μια προσβολή ή μια απρόσμενη ερώτηση. Χρησιμοποιείται κυρίως από νεότερες ηλικίες για να ειρωνευτούν κάποιον που έχασε τα λόγια του ή έμεινε «στήλη άλατος».

Παράδειγμα

> Του πέταξε την ατάκα για το ψέμα του και τον άφησε ψηλοκρεμαστό μπροστά σε όλους.

> Έμεινε ψηλοκρεμαστός όταν κατάλαβε ότι όλοι ήξεραν την εκπληξη που ετοίμαζε.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.