Ορισμός του «κάγκελο»
5
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 5 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Επίρρημα ή επίθετο που περιγράφει την κατάσταση του απόλυτου σοκ, της έκπληξης ή της αποσβολώσεως. Όταν κάποιος μένει «κάγκελο», σημαίνει ότι έχει μείνει άναυδος από κάτι απρόσμενο που άκουσε ή είδε, σε σημείο που δεν μπορεί να αντιδράσει. Είναι πολύ κοινή έκφραση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όταν σχολιάζονται περίεργες ειδήσεις ή απρόσμενες δηλώσεις διασήμων.
- Παράδειγμα
-
> Έμεινα κάγκελο όταν μου είπε ότι παραιτήθηκε από τη δουλειά του χωρίς να έχει άλλο πλάνο.
> Τον άφησε κάγκελο με την απάντηση που του έδωσε μπροστά σε όλους.
0
Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone
Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:
Σχόλια