Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «κάγκελο»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Επίρρημα ή επίθετο που περιγράφει την κατάσταση του απόλυτου σοκ, της έκπληξης ή της αποσβολώσεως. Όταν κάποιος μένει «κάγκελο», σημαίνει ότι έχει μείνει άναυδος από κάτι απρόσμενο που άκουσε ή είδε, σε σημείο που δεν μπορεί να αντιδράσει. Είναι πολύ κοινή έκφραση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όταν σχολιάζονται περίεργες ειδήσεις ή απρόσμενες δηλώσεις διασήμων.

Παράδειγμα

> Έμεινα κάγκελο όταν μου είπε ότι παραιτήθηκε από τη δουλειά του χωρίς να έχει άλλο πλάνο.

> Τον άφησε κάγκελο με την απάντηση που του έδωσε μπροστά σε όλους.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.