Ορισμός του «έμεινα κάγκελο»
1
- Περιγραφή
-
Εκφράζει την απόλυτη έκπληξη ή τον αιφνιδιασμό που αφήνει κάποιον άφωνο και ακίνητο σαν να έχει παγώσει. Χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάτι ήταν τελείως απροσδόκητο, είτε θετικό είτε αρνητικό. Είναι μια πολύ παραστατική φράση που υπονοεί ότι το άτομο «μαρμάρωσε» από το σοκ.
- Παράδειγμα
-
> Μου είπε ότι παραιτείται από τη δουλειά και έμεινα κάγκελο, δεν το περίμενα με τίποτα.
> Έμεινα κάγκελο με την τιμή του καφέ, πέντε ευρώ για έναν εσπρέσο;
0
Σχόλια