Ορισμός του «πίπαλο»
0
- Περιγραφή
-
Ένας ιδιαίτερος όρος της ελληνικής ιντερνετικής αργκό που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι το εξωφρενικό, το απίστευτο ή το απόλυτα χαοτικό. Συχνά αναφέρεται σε καταστάσεις όπου όλα έχουν πάει στραβά ή σε κάποιο γεγονός που προκαλεί σοκ και γέλιο ταυτόχρονα. Η λέξη έχει μια παιχνιδιάρικη αλλά και ελαφρώς υποτιμητική χροιά ανάλογα με το πλαίσιο.
- Παράδειγμα
-
> Έγινε το πίπαλο χθες στο κλαμπ, ήρθε η αστυνομία και έφυγαν όλοι από τις πίσω πόρτες.
> Πήγα να μαγειρέψω και τα έκανα όλα πίπαλο, κάηκε μέχρι και η κατσαρόλα.
0
Σχόλια