Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «τρολάρω»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Η πράξη του να προκαλεί κανείς εσκεμμένα αναστάτωση, εκνευρισμό ή γέλιο στο διαδίκτυο μέσω ειρωνικών ή παραπλανητικών σχολίων. Αν και παλιός όρος, παραμένει κεντρικός στην ελληνική ιντερνετική αργκό για να περιγράψει οποιαδήποτε μορφή πλάκας ή κοροϊδίας. Συχνά χρησιμοποιείται και στην καθημερινή ομιλία όταν κάποιος λέει ψέματα για να δει την αντίδραση του άλλου.

Παράδειγμα

> Μην τον παίρνεις στα σοβαρά, απλά σε τρολάρει για να δει πώς θα αντιδράσεις.

> Μπήκε στο γκρουπ μόνο και μόνο για να τρολάρει τους πάντες με άκυρα σχόλια.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.