Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «στοκάρω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από το αγγλικό stalk και σημαίνει την παρακολούθηση της δραστηριότητας κάποιου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς την άδειά του ή χωρίς να αλληλεπιδράς μαζί του. Είναι μια κοινή πρακτική για να μάθει κανείς πληροφορίες για τη ζωή, τις σχέσεις ή τις προτιμήσεις ενός άλλου ατόμου. Η λέξη φέρει μια ελαφρώς εμμονική χροιά, αν και συχνά χρησιμοποιείται χιουμοριστικά.

Παράδειγμα

Τον στοκάρω στο Facebook για να δω αν έχει βρει νέα κοπέλα.

Μην με παρεξηγήσεις, δεν σε στοκάρω, απλά πέτυχες στο feed μου.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.