Ορισμός του «σκιπάρω»
2
- Περιγραφή
-
Προέρχεται από την αγγλική λέξη 'skip' και σημαίνει την παράλειψη ή την αποφυγή μιας υποχρέωσης ή μιας διαδικασίας. Χρησιμοποιείται κατά κόρον από gamers για την παράκαμψη σκηνών σε παιχνίδια, αλλά και στην καθημερινότητα για μαθήματα ή ραντεβού. Υποδηλώνει μια συνειδητή επιλογή να μην ασχοληθεί κάποιος με κάτι που θεωρεί βαρετό.
- Παράδειγμα
-
>Σκέφτομαι να σκιπάρω το πρώτο δίωρο στη σχολή γιατί νυστάζω υπερβολικά.
>Μην σκιπάρεις το βίντεο, έχει μια πολύ σημαντική πληροφορία στο τέλος.
>Σκίπαρα την προπόνηση σήμερα γιατί ένιωθα πολύ κουρασμένος από τη δουλειά.
0
Σχόλια