Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ντοξάρω»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Η πράξη της δημοσιοποίησης προσωπικών στοιχείων κάποιου στο διαδίκτυο χωρίς τη συγκατάθεσή του, συνήθως με σκοπό την παρενόχληση. Προέρχεται από τον αγγλικό όρο doxing και θεωρείται εξαιρετικά επιθετική και επικίνδυνη ενέργεια στις online κοινότητες. Χρησιμοποιείται συχνά σε περιβάλλοντα gaming ή σε έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις στα social media.

Παράδειγμα

> Πρόσεχε τι λες στο Discord γιατί παίζουν άτομα που μπορεί να σε ντοξάρουν.

> Τον ντοξάρανε κανονικά, έβγαλαν τη διεύθυνση και το τηλέφωνό του στη φόρα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.