Ορισμός του «τοξικούρα»
0
- Περιγραφή
-
Μεγεθυντικό της λέξης 'τοξικότητα', που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια εξαιρετικά αρνητική ατμόσφαιρα σε μια παρέα, σχέση ή διαδικτυακή κοινότητα. Εκφράζει την έντονη δυσφορία του ομιλητή απέναντι σε συμπεριφορές που περιλαμβάνουν ζήλια, χειραγώγηση ή συνεχή γκρίνια. Είναι πολύ κοινή λέξη στα social media για να περιγράψει τα σχόλια κάτω από αμφιλεγόμενες αναρτήσεις.
- Παράδειγμα
-
> Μπήκα να διαβάσω τα σχόλια στο Twitter και έπεσε τόση τοξικούρα που βγήκα αμέσως.
> Δεν παλεύεται η τοξικούρα σε αυτή τη δουλειά, όλοι θάβουν όλους.
0
Σχόλια