Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «καρενάρα»

Αριθμός προβολών 2
Ορισμός του «καρενάρα»
StatValue
Views2
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Είναι η ελληνική προσαρμογή του όρου Karen, που περιγράφει μια γυναίκα μέσης ηλικίας η οποία είναι υπερβολικά απαιτητική και αγενής σε δημόσιους χώρους. Συνήθως συνδέεται με τη φράση 'θέλω να μιλήσω στον διευθυντή' και την αίσθηση ανώτερης κοινωνικής θέσης. Χρησιμοποιείται περιπαικτικά για να στηλιτεύσει την τοξική συμπεριφορά και την έλλειψη ενσυναίσθησης.

Παράδειγμα

> Μια καρενάρα άρχισε να ουρλιάζει στο σούπερ μάρκετ επειδή η ουρά ήταν μεγάλη.

> Μην γίνεσαι καρενάρα τώρα, μια χαρά είναι το φαγητό.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.