Ορισμός του «κάγκουρας»
0
- Περιγραφή
-
Ο όρος περιγράφει ένα άτομο, συνήθως νεαρής ηλικίας, που επιδεικνύει μια συγκεκριμένη αισθητική και συμπεριφορά που θεωρείται λαϊκή ή κακόγουστη. Συχνά συνδέεται με την αγάπη για τα πειραγμένα αυτοκίνητα ή μηχανάκια, την δυνατή μουσική σε δημόσιους χώρους και το προκλητικό ντύσιμο με αθλητικές φόρμες. Η λέξη χρησιμοποιείται υποτιμητικά για να υποδηλώσει έλλειψη εκλέπτυνσης και μια τάση για άσκοπη επίδειξη ισχύος ή ταχύτητας.
- Παράδειγμα
-
>Κοίτα έναν κάγκουρα που περνάει με το παπί και την εξάτμιση να κάνει σαν τρελή.
>Όλο το βράδυ οι κάγκουρες της γειτονιάς έκαναν κόντρες και δεν μας άφησαν να κλείσουμε μάτι.
>Μην ντύνεσαι έτσι με τις χρυσές αλυσίδες, μοιάζεις με κάγκουρα της δεκαετίας του '90.
0
Σχόλια