Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «σιγκμάρα»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Είναι η ελληνική απόδοση του όρου sigma male, η οποία χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν άντρα που είναι ανεξάρτητος, επιτυχημένος και δεν ακολουθεί τους κοινωνικούς κανόνες. Στην ελληνική ιντερνετική αργκό, η λέξη χρησιμοποιείται συχνά ειρωνικά για να σχολιάσει κάποιον που προσπαθεί υπερβολικά να φανεί σκληρός ή απόμακρος. Πολλές φορές συνοδεύει βίντεο ή αναρτήσεις που δείχνουν «πειθαρχημένη» συμπεριφορά ή επιτυχία με έναν κάπως υπερβολικό τρόπο.

Παράδειγμα

> Κοίτα τον πώς περπατάει, τον έπιασε πάλι η σιγκμάρα του.

> Μετά το γυμναστήριο νιώθω μια απίστευτη σιγκμάρα, δεν μιλάω σε άνθρωπο.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.