Ορισμός του «σιγκμάτιλα»
0
- Περιγραφή
-
Ο όρος περιγράφει την αύρα ή τη συμπεριφορά κάποιου που προσπαθεί υπερβολικά να φανεί ως 'sigma male', δηλαδή ανεξάρτητος, απόμακρος και επιτυχημένος. Χρησιμοποιείται σχεδόν πάντα ειρωνικά για να κοροϊδέψει άτομα που υιοθετούν μια σοβαροφανή και δήθεν πειθαρχημένη στάση ζωής βασισμένη σε ιντερνετικά πρότυπα. Η λέξη υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι επιτηδευμένη και συχνά προκαλεί γέλιο στους γύρω.
- Παράδειγμα
-
> Άσε μας ρε φίλε με τη σιγκμάτιλα που βγάζεις, σιγά τον επενδυτή.
> Ανέβασε πάλι βίντεο στο TikTok με motivational quotes, πολλή σιγκμάτιλα έπεσε σήμερα.
0
Σχόλια