Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «σιγκμάτι»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Ο όρος αποτελεί την ελληνική προσαρμογή του 'sigma male' και χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που επιδεικνύει ανεξαρτησία, αυτοπεποίθηση και συχνά μια απόμακρη στάση. Στην ελληνική ιντερνετική κουλτούρα, χρησιμοποιείται συχνά με έντονη δόση ειρωνείας για να σατιρίσει άτομα που προσπαθούν υπερβολικά να φανούν 'σκληροί' ή ανώτεροι. Η λέξη έχει υιοθετηθεί κυρίως από νεότερες ηλικίες στο TikTok και το YouTube, λειτουργώντας ως σχόλιο για την τοξική αρρενωπότητα ή την αυτοβελτίωση.

Παράδειγμα

> Κοίτα τον πώς περπατάει, το παίζει σιγκμάτι επειδή πήγε μία φορά γυμναστήριο.

> Άσε μας ρε σιγκμάτι, που δεν μιλάς σε κανέναν για να δείξεις μυστήριος.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.