Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ρίτσι»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Πρόκειται για την ελληνική φωνητική απόδοση της αγγλικής λέξης 'rizz', που αναφέρεται στην ικανότητα κάποιου να γοητεύει ή να φλερτάρει επιτυχημένα. Χρησιμοποιείται κυρίως από τη Γενιά Ζ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το TikTok και το Instagram για να σχολιάσουν την αυτοπεποίθηση ενός ατόμου. Το επίπεδο του 'ρίτσι' καθορίζει την κοινωνική ελκυστικότητα κάποιου μέσα στην ψηφιακή κοινότητα.

Παράδειγμα

> Κοίτα πώς της μιλάει, ο τύπος έχει απίστευτο ρίτσι, τους έχει ψήσει όλους.

> Πήγα να της μιλήσω αλλά το ρίτσι μου ήταν στο μηδέν και έφαγα άκυρο.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.