Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ρίτζαρος»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Αυτός ο όρος περιγράφει την ικανότητα κάποιου να προσελκύει ερωτικά άλλους ανθρώπους μέσω του χαρίσματος και της προσωπικότητάς του. Είναι η ελληνοποιημένη εκδοχή του αγγλικού 'rizz' και χρησιμοποιείται κατά κόρον από τη Gen Z στο TikTok και το Instagram. Συχνά χρησιμοποιείται για να επαινέσει κάποιον που ξέρει να φλερτάρει αποτελεσματικά χωρίς να προσπαθεί υπερβολικά.

Παράδειγμα

> Ο τύπος έχει τρελό ρίτζαρο, κατάφερε να πάρει το τηλέφωνό της μέσα σε δύο λεπτά.

> Μην τον βλέπεις έτσι ήσυχο, άμα αρχίσει να μιλάει βγάζει απίστευτο ρίτζαρο.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.