Ορισμός του «φλεξάρω»
2
- Περιγραφή
-
Προέρχεται από το αγγλικό «flex» και σημαίνει ότι επιδεικνύεις, καυχιέσαι ή δείχνεις κάτι που έχεις ή κάτι που πέτυχες, συχνά με τρόπο που μπορεί να θεωρηθεί υπεροπτικός ή επιδειξιομανής. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πράξη του να δείχνεις τα πλούτη σου, τις ικανότητές σου ή τα επιτεύγματά σου, με σκοπό να εντυπωσιάσεις ή να προκαλέσεις ζήλια. Η χρήση του είναι διαδεδομένη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι χρήστες συχνά «φλεξάρουν» τον τρόπο ζωής τους.
- Παράδειγμα
-
Φλεξάρει συνέχεια με το καινούργιο του αμάξι.
Μην φλεξάρεις τόσο πολύ, είναι ενοχλητικό.
Έκανε ένα story για να φλεξάρει τις διακοπές του.
0
Σχόλια