Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «φλεξιά»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Ουσιαστικό που περιγράφει την πράξη της επίδειξης πλούτου, ικανοτήτων ή επιτυχιών με σκοπό τον εντυπωσιασμό. Προέρχεται από το ρήμα 'φλεξάρω' (flex) και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια συγκεκριμένη κίνηση ή ανάρτηση ως αλαζονική. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε αρνητικά για να επικρίνει κάποιον, είτε με θαυμασμό για κάτι πραγματικά εντυπωσιακό.

Παράδειγμα

> Η φωτογραφία με το καινούργιο ρολόι ήταν καθαρή φλεξιά για να σκάσουν οι haters.

> Μεγάλη φλεξιά που πέρασε πρώτος στη σχολή χωρίς να διαβάσει καθόλου.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.