Ορισμός του «ρεζιλίκι»
4
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 4 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται σε μια πράξη ή κατάσταση που προκαλεί έντονη ντροπή και δημόσιο εξευτελισμό. Χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει αποτυχημένες προσπάθειες κάποιου να εντυπωσιάσει ή γκάφες που γίνονται viral. Η λέξη φέρει έντονο συναισθηματικό βάρος και υποδηλώνει την απώλεια της αξιοπρέπειας μπροστά σε άλλους.
- Παράδειγμα
-
>Μεγάλο ρεζιλίκι αυτό που έκανε στο πάρτι, μέθυσε και άρχισε να φωνάζει χωρίς λόγο.
>Δεν θέλω να βγω στην τηλεόραση και να γίνω ρεζιλίκι σε όλη την Ελλάδα.
>Τι ρεζιλίκι ήταν αυτό με το λάθος όνομα στην απονομή των βραβείων;
0
Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone
Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:
Σχόλια