Ορισμός του «ρεζιλίκι»
2
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται σε μια πράξη ή κατάσταση που προκαλεί έντονη ντροπή και δημόσιο εξευτελισμό. Χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει αποτυχημένες προσπάθειες κάποιου να εντυπωσιάσει ή γκάφες που γίνονται viral. Η λέξη φέρει έντονο συναισθηματικό βάρος και υποδηλώνει την απώλεια της αξιοπρέπειας μπροστά σε άλλους.
- Παράδειγμα
-
>Μεγάλο ρεζιλίκι αυτό που έκανε στο πάρτι, μέθυσε και άρχισε να φωνάζει χωρίς λόγο.
>Δεν θέλω να βγω στην τηλεόραση και να γίνω ρεζιλίκι σε όλη την Ελλάδα.
>Τι ρεζιλίκι ήταν αυτό με το λάθος όνομα στην απονομή των βραβείων;
0
Σχόλια