Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ρατζάρω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από την αγγλική λέξη rage και περιγράφει την κατάσταση όπου κάποιος θυμώνει υπερβολικά, συνήθως κατά τη διάρκεια ενός βιντεοπαιχνιδιού. Συνοδεύεται συχνά από φωνές, χτυπήματα στο πληκτρολόγιο ή απότομη αποσύνδεση από το παιχνίδι (rage quit). Είναι πολύ κοινός όρος στις κοινότητες του gaming και του Twitch.

Παράδειγμα

> Έχασε το rank του και άρχισε να ρατζάρει στο voice chat.

> Μην τον παρεξηγείς, ρατζάρει εύκολα όταν χάνει από noobs.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.