Ορισμός του «μπερλουτί»
1
- Περιγραφή
-
Μια λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι εξαιρετικά κομψό, ακριβό ή 'κυριλέ', συχνά με μια δόση ειρωνείας για την επίδειξη πλούτου. Προέρχεται από τη γνωστή μάρκα πολυτελών υποδημάτων και δερμάτινων ειδών Berluti. Στην ελληνική αργκό των social media, χρησιμοποιείται για να σχολιάσει κάποιον που προσπαθεί να δείξει ότι ανήκει στην υψηλή κοινωνία ή που φοράει πολύ ακριβά ρούχα.
- Παράδειγμα
-
> Εμφανίστηκε στο ραντεβού φουλ μπερλουτί, λες και θα πηγαίναμε σε δεξίωση και όχι για σουβλάκια.
> Πολύ μπερλουτί το νέο σου αμάξι, παίζει να κοστίζει όσο το σπίτι μου.
0
Σχόλια