Ορισμός του «γιούσουρι»
0
- Περιγραφή
-
Πρόκειται για έναν παλιό αλλά επανερχόμενο όρο που χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει κάτι σπάνιο, πολύτιμο ή εξωτικό, αλλά συχνά με μια δόση ειρωνείας ή υπερβολής. Στην αργκό των νέων μπορεί να αναφέρεται σε μια κοπέλα που θεωρείται πολύ όμορφη αλλά και απρόσιτη ή ιδιότροπη. Η λέξη αντλεί την καταγωγή της από το μαύρο κοράλλι, υποδηλώνοντας κάτι που βρίσκεται στα βάθη και είναι δύσκολο να αποκτηθεί.
- Παράδειγμα
-
>Σιγά το γιούσουρι που μας προέκυψε, ούτε μια καλημέρα δεν λέει πια.
>Έχει γίνει σαν γιούσουρι, όλο κρύβεται και δεν βγαίνει καθόλου από το σπίτι.
>Την είδες την καινούργια του; Πραγματικό γιούσουρι, δεν υπάρχει τέτοια ομορφιά.
0
Σχόλια