Ορισμός του «πίκολο»
0
- Περιγραφή
-
Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα άτομο που είναι μικρόσωμο ή νεαρό σε ηλικία, συχνά με υποτιμητική ή ειρωνική διάθεση. Στο διαδίκτυο αναφέρεται συχνά σε άτομα που προσπαθούν να το παίξουν μεγάλοι ή σημαντικοί ενώ στερούνται εμπειρίας. Η λέξη προέρχεται από τα ιταλικά αλλά στην ελληνική αργκό έχει αποκτήσει μια χιουμοριστική χροιά που υποδηλώνει έλλειψη σοβαρότητας.
- Παράδειγμα
-
>Σιγά τον βαρύμαγκα, ένα πίκολο είναι που μόλις βγήκε από το σχολείο.
>Μην τον ακούς αυτόν, είναι πίκολο και δεν ξέρει τι του γίνεται.
0
Σχόλια