Ορισμός του «καραπαπαριά»
0
- Περιγραφή
-
Μια έντονη, λαϊκή και μη κανονιστική λέξη που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάτι ως απόλυτη ανοησία, ψέμα ή αποτυχία. Το πρόθεμα 'καρα-' λειτουργεί επιτατικά, δίνοντας έμφαση στο μέγεθος της βλακείας ή του παραλογισμού αυτού που ειπώθηκε. Χρησιμοποιείται κυρίως σε ανεπίσημες συζητήσεις, σχόλια στο YouTube ή σε φόρουμ για να υποτιμήσει ένα επιχείρημα.
- Παράδειγμα
-
> Αυτά που γράφει το άρθρο είναι μια καραπαπαριά και μισή, μην τα πιστεύεις.
> Πήγε να μας πείσει ότι φταίμε εμείς, αλλά του είπαμε ότι λέει καραπαπαριές.
0
Σχόλια