Ορισμός του «λολιάζω»
3
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 3 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Ρήμα που παράγεται από το γνωστό ακρωνύμιο LOL και σημαίνει το να γελάει κανείς υπερβολικά ή να βρίσκει κάτι εξαιρετικά αστείο. Χρησιμοποιείται κυρίως σε γραπτό λόγο σε πλατφόρμες όπως το Discord ή το Telegram για να περιγράψει την αντίδραση σε ένα αστείο μιμίδιο. Προσδίδει μια πιο ενεργητική χροιά στην έννοια του γέλιου μέσα στον ψηφιακό κόσμο.
- Παράδειγμα
-
Λολιάζω με αυτά που στέλνεις στο γκρουπ, δεν είσαι καλά.
Άρχισε να λολιάζει μόνος του μπροστά στην οθόνη και μας κούφανε.
0
Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone
Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:
Σχόλια