Ορισμός του «λολιάζω»
0
- Περιγραφή
-
Ρήμα που παράγεται από το γνωστό ακρωνύμιο LOL και σημαίνει το να γελάει κανείς υπερβολικά ή να βρίσκει κάτι εξαιρετικά αστείο. Χρησιμοποιείται κυρίως σε γραπτό λόγο σε πλατφόρμες όπως το Discord ή το Telegram για να περιγράψει την αντίδραση σε ένα αστείο μιμίδιο. Προσδίδει μια πιο ενεργητική χροιά στην έννοια του γέλιου μέσα στον ψηφιακό κόσμο.
- Παράδειγμα
-
Λολιάζω με αυτά που στέλνεις στο γκρουπ, δεν είσαι καλά.
Άρχισε να λολιάζει μόνος του μπροστά στην οθόνη και μας κούφανε.
0
Σχόλια