Ορισμός του «έμεινε κάγκελο»
1
- Περιγραφή
-
Περιγράφει την κατάσταση της απόλυτης έκπληξης ή του σοκ, όπου κάποιος μένει ακίνητος και άφωνος σαν να έχει μαρμαρώσει. Η μεταφορά με το 'κάγκελο' δείχνει την ακαμψία που προκαλεί το ξαφνικό νέο ή το απρόσμενο γεγονός. Είναι μια πολύ παραστατική έκφραση που χρησιμοποιείται συχνά σε αφηγήσεις περίεργων περιστατικών.
- Παράδειγμα
-
>Όταν της έκανε πρόταση γάμου μπροστά σε όλο τον κόσμο, εκείνη έμεινε κάγκελο από την έκπληξη.
>Έμεινα κάγκελο όταν είδα τον παλιό μου συμμαθητή στην τηλεόραση να δίνει συνέντευξη.
>Του είπα την αλήθεια κατάμουτρα και έμεινε κάγκελο, δεν περίμενε ότι ήξερα τα πάντα.
0
Σχόλια