Ορισμός του «ξεκάρφωτος»
1
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται σε κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται εντελώς ξαφνικά και χωρίς καμία λογική σύνδεση με το περιβάλλον ή τη συζήτηση. Χρησιμοποιείται συχνά για άτομα που μπαίνουν σε μια παρέα χωρίς να τα καλέσει κανείς ή για σχόλια που είναι άσχετα με το θέμα. Η λέξη υποδηλώνει μια αίσθηση αμηχανίας ή έλλειψης πλαισίου.
- Παράδειγμα
-
>Πετάχτηκε ένας ξεκάρφωτος στο thread και άρχισε να βρίζει χωρίς λόγο.
>Ήμασταν μόνο εμείς και ξαφνικά ήρθε ένας ξεκάρφωτος τύπος και κάθισε μαζί μας.
>Μου έστειλε ένα ξεκάρφωτο μήνυμα στις 3 το βράδυ μετά από δύο χρόνια σιωπής.
0
Σχόλια