Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ξεστοκάρω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Αν και εμπορικός όρος, στην καθημερινή ομιλία σημαίνει το να ξεφορτώνεται κανείς πράγματα ή σκέψεις που κρατούσε για καιρό μέσα του. Μπορεί να αναφέρεται στο να πει κάποιος όλα όσα τον ενοχλούσαν σε μια σχέση ή στο να χαρίσει παλιά αντικείμενα που δεν χρειάζεται πια. Συχνά υποδηλώνει μια αίσθηση ανακούφισης μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Παράδειγμα

> Κάθισα και του τα είπα όλα μαζεμένα, έπρεπε επιτέλους να ξεστοκάρω γιατί είχα σκάσει.

> Κάνω καθαριότητα στην αποθήκη για να ξεστοκάρω όλη τη σαβούρα που μαζεύτηκε τόσα χρόνια.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.