Ορισμός του «ξεπλένω»
1
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται στην προσπάθεια κάποιου να δικαιολογήσει ή να βελτιώσει την εικόνα ενός αμφιλεγόμενου προσώπου ή μιας ανήθικης πράξης μέσω δημόσιου λόγου. Συχνά χρησιμοποιείται στο Twitter για να κατηγορήσει δημοσιογράφους ή influencers ότι κάνουν δημόσιες σχέσεις για λογαριασμό ισχυρών ατόμων. Ο τόνος είναι έντονα επικριτικός και υποδηλώνει συγκάλυψη ευθυνών.
- Παράδειγμα
-
> Πάλι βγήκαν τα κανάλια να ξεπλύνουν τον πολιτικό μετά το σκάνδαλο.
> Σταμάτα να τον ξεπλένεις, όλοι ξέρουμε τι έκανε στην πραγματικότητα.
0
Σχόλια