Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «δικάζω»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Χρησιμοποιείται όταν κάποιος ασκεί έντονη, εύστοχη και συχνά καυστική κριτική σε κάποιον άλλον, συνήθως δημόσια ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η λέξη υποδηλώνει ότι τα επιχειρήματα του ομιλητή είναι τόσο ισχυρά που δεν αφήνουν περιθώριο αντίλογου, σαν να εκδίδει δικαστική απόφαση. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής στο Twitter και σε σχόλια κάτω από βίντεο όπου κάποιος καταρρίπτει τις απόψεις ενός άλλου προσώπου.

Παράδειγμα

> Είδες το tweet που ανέβασε για τον πολιτικό; Τον δίκασε κανονικά, δεν έμεινε τίποτα όρθιο.

> Πήγε στην εκπομπή και άρχισε να δικάζει τους πάντες για την υποκρισία τους.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.