Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ξεπλύμα»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει την προσπάθεια κάποιου να αποκαταστήσει τη φήμη ενός προσώπου ή μιας πράξης που θεωρείται ηθικά μεμπτή. Στο ελληνικό Twitter (X), ο όρος είναι εξαιρετικά δημοφιλής όταν συζητούνται δημόσια πρόσωπα που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα λάθη τους μέσω των ΜΜΕ. Συχνά υπονοεί ότι η υποστήριξη που παρέχεται είναι κατευθυνόμενη ή ανειλικρινής.

Παράδειγμα

> Πάλι βγήκαν οι γνωστοί να κάνουν ξεπλύμα στον υπουργό μετά το σκάνδαλο.

> Μην προσπαθείς να του κάνεις ξεπλύμα, όλοι είδαμε τι έκανε στο βίντεο.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.