Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «ξεπατώθηκα»

Αριθμός προβολών 10
Ορισμός του «ξεπατώθηκα»
StatValue
Views10
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Εκφράζει την κατάσταση της απόλυτης σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης μετά από έντονη δραστηριότητα. Είναι πολύ κοινή λέξη σε μηνύματα μεταξύ φίλων για να δικαιολογήσουν την απουσία τους ή την κούρασή τους. Συχνά συνοδεύεται από παράπονα για τη δουλειά ή για μια δύσκολη μέρα στο πανεπιστήμιο.

Παράδειγμα

> Ξεπατώθηκα σήμερα στο τρέξιμο, δεν νιώθω τα πόδια μου καθόλου.

> Μην με περιμένετε για ποτό, ξεπατώθηκα στη δουλειά και θα κοιμηθώ από τις εννιά.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.