Ορισμός του «ξεπατώθηκα»
3
- Περιγραφή
-
Εκφράζει την κατάσταση της απόλυτης σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης μετά από έντονη δραστηριότητα. Είναι πολύ κοινή λέξη σε μηνύματα μεταξύ φίλων για να δικαιολογήσουν την απουσία τους ή την κούρασή τους. Συχνά συνοδεύεται από παράπονα για τη δουλειά ή για μια δύσκολη μέρα στο πανεπιστήμιο.
- Παράδειγμα
-
> Ξεπατώθηκα σήμερα στο τρέξιμο, δεν νιώθω τα πόδια μου καθόλου.
> Μην με περιμένετε για ποτό, ξεπατώθηκα στη δουλειά και θα κοιμηθώ από τις εννιά.
0
Σχόλια