Ορισμός του «μπατιρντί»
0
- Περιγραφή
-
Λέξη που περιγράφει τη φασαρία, τον σαματά, το μεγάλο μπέρδεμα ή μια κατάσταση πανικού και αναστάτωσης. Αν και έχει παλιότερες ρίζες, επανέρχεται στη νεανική αργκό για να περιγράψει σκηνικά όπου γίνεται «χαμός», όπως σε ένα πάρτι που ξέφυγε ή σε μια έντονη διαφωνία σε ομαδική συνομιλία. Υποδηλώνει μια κατάσταση όπου χάνεται ο έλεγχος και επικρατεί θόρυβος και σύγχυση.
- Παράδειγμα
-
>Έγινε μεγάλο μπατιρντί χθες στο κλαμπ όταν μπήκε η αστυνομία για έλεγχο.
>Μην κάνετε τόσο μπατιρντί, θα ξυπνήσουν οι γείτονες και θα μας κράζουν.
>Μόλις έμαθαν τα νέα στο γραφείο, έγινε ένα μπατιρντί που δεν περιγράφεται.
0
Σχόλια