Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «γιαπράκι»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Στη σύγχρονη αργκό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει κάποιον που είναι πολύ αδύνατος ή εύθραυστος. Συχνά χρησιμοποιείται μεταξύ φίλων ως πείραγμα για τη σωματική διάπλαση κάποιου που δεν γυμνάζεται. Η λέξη δανείζεται το όνομά της από το παραδοσιακό φαγητό (ντολμαδάκι), υπονοώντας κάτι μικρό και τυλιγμένο.

Παράδειγμα

>Πήγε να σηκώσει τα βάρη και κόντεψε να σπάσει το γιαπράκι.

>Φάε κάτι παραπάνω ρε γιαπράκι, θα σε πάρει ο αέρας έτσι που είσαι.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.