Ορισμός του «λιμάκιας»
0
- Περιγραφή
-
Αυτός ο χαρακτηρισμός αναφέρεται σε κάποιον που είναι υπερβολικά τσιγκούνης ή που προσπαθεί πάντα να κερδίσει κάτι μικροπρεπώς εις βάρος των άλλων. Χρησιμοποιείται συχνά σε παρέες για να περιγράψει το άτομο που αποφεύγει να πληρώσει το μερίδιό του ή που εκμεταλλεύεται τις παροχές των φίλων του χωρίς να ανταποδίδει. Η λέξη φέρει μια έντονη δόση περιφρόνησης για την έλλειψη γενναιοδωρίας και την μικροψυχία του ατόμου.
- Παράδειγμα
-
>Πάλι ξέχασε το πορτοφόλι του ο λιμάκιας για να μην κεράσει ούτε έναν καφέ.
>Μην γίνεσαι λιμάκιας, βάλε και εσύ πέντε ευρώ για τη βενζίνη αφού σε πήγαμε παντού.
>Είναι γνωστός λιμάκιας στο γραφείο, πάντα τρώει από τα φαγητά των άλλων στο ψυγείο.
0
Σχόλια