Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «σκέτο»

Αριθμός προβολών 5
Ορισμός του «σκέτο»
StatValue
Views5
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Χρησιμοποιείται ως επίρρημα για να τονίσει την απόλυτη φύση μιας κατάστασης, συνήθως αρνητικής, λειτουργώντας ως συνώνυμο του «εντελώς» ή «καθαρά». Προσδίδει μια αίσθηση οριστικότητας και έμφασης σε αυτό που ακολουθεί, υποδηλώνοντας ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να μετριάζει την κατάσταση. Είναι πολύ κοινό στην καθημερινή ομιλία των νέων για να περιγράψουν απογοητεύσεις ή βαρετές εμπειρίες.

Παράδειγμα

> Η ταινία που είδαμε ήταν σκέτο δράμα, κλαίγαμε τα λεφτά μας.

> Σκέτο χάσιμο χρόνου ήταν η συνάντηση, δεν βγάλαμε καμία άκρη.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.