Ορισμός του «σκέτο»
0
- Περιγραφή
-
Χρησιμοποιείται ως επίρρημα για να τονίσει την απόλυτη φύση μιας κατάστασης, συνήθως αρνητικής, λειτουργώντας ως συνώνυμο του «εντελώς» ή «καθαρά». Προσδίδει μια αίσθηση οριστικότητας και έμφασης σε αυτό που ακολουθεί, υποδηλώνοντας ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να μετριάζει την κατάσταση. Είναι πολύ κοινό στην καθημερινή ομιλία των νέων για να περιγράψουν απογοητεύσεις ή βαρετές εμπειρίες.
- Παράδειγμα
-
> Η ταινία που είδαμε ήταν σκέτο δράμα, κλαίγαμε τα λεφτά μας.
> Σκέτο χάσιμο χρόνου ήταν η συνάντηση, δεν βγάλαμε καμία άκρη.
0
Σχόλια