Ορισμός του «καπάκι»
2
- Περιγραφή
-
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι συμβαίνει αμέσως μετά από κάτι άλλο, χωρίς καμία καθυστέρηση. Είναι μια καθημερινή λέξη που έχει μεταφερθεί στον ψηφιακό λόγο για να περιγράψει την άμεση αλληλουχία γεγονότων ή μηνυμάτων. Συχνά υποδηλώνει μια αίσθηση πίεσης ή ταχύτητας που προκαλεί έκπληξη.
- Παράδειγμα
-
> Μου έστειλε μήνυμα και καπάκι με πήρε τηλέφωνο.
> Έφαγα μεσημεριανό και καπάκι πήγα για προπόνηση, κόντεψα να σκάσω.
0
Σχόλια