Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «τάπες»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει την κατάσταση όπου κάποιος είναι υπερβολικά κουρασμένος ή έχει καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ. Προέρχεται από την εικόνα κάποιου που έχει 'κλείσει' σαν μπουκάλι και δεν μπορεί να αντιδράσει στο περιβάλλον του. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής σε νεανικές παρέες μετά από ξενύχτια ή έντονη σωματική δραστηριότητα.

Παράδειγμα

> Μετά το χθεσινό πάρτι γύρισα σπίτι και έγινα τάπες στον ύπνο.

> Μην τον ξυπνάς τώρα, είναι τάπες από τη δουλειά και δεν ακούει τίποτα.

> Ήπιαμε δύο ποτήρια παραπάνω και γίναμε τάπες μέσα σε μισή ώρα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.