Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «φουλ»

Αριθμός προβολών 2
Ορισμός του «φουλ»
StatValue
Views2
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Το «φουλ» προέρχεται από την αγγλική λέξη 'full' και χρησιμοποιείται για να δηλώσει πληρότητα, υπερβολή ή ένταση. Μπορεί να σημαίνει «πάρα πολύ», «εντελώς» ή «στο μέγιστο». Χρησιμοποιείται για να ενισχύσει την έννοια ενός επιθέτου ή ενός ρήματος, υποδηλώνοντας ότι κάτι είναι σε μεγάλο βαθμό ή σε πλήρη έκταση. Είναι μια πολύ κοινή λέξη στην καθημερινή ομιλία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Παράδειγμα

Είμαι φουλ κουρασμένος σήμερα.

Το μαγαζί ήταν φουλ κόσμο.

Το κινητό μου είναι φουλ φορτισμένο.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.