Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «φουλ»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Το «φουλ» προέρχεται από την αγγλική λέξη 'full' και χρησιμοποιείται για να δηλώσει πληρότητα, υπερβολή ή ένταση. Μπορεί να σημαίνει «πάρα πολύ», «εντελώς» ή «στο μέγιστο». Χρησιμοποιείται για να ενισχύσει την έννοια ενός επιθέτου ή ενός ρήματος, υποδηλώνοντας ότι κάτι είναι σε μεγάλο βαθμό ή σε πλήρη έκταση. Είναι μια πολύ κοινή λέξη στην καθημερινή ομιλία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Παράδειγμα

Είμαι φουλ κουρασμένος σήμερα.

Το μαγαζί ήταν φουλ κόσμο.

Το κινητό μου είναι φουλ φορτισμένο.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.