Ορισμός του «χαϊπίνονονας»
1
- Περιγραφή
-
Σύνθετη λέξη που προκύπτει από το 'hype' και τον 'νονό', περιγράφοντας κάποιον που δημιουργεί τεχνητό ενθουσιασμό για ένα προϊόν, ένα άτομο ή μια κατάσταση. Χρησιμοποιείται κυρίως σε κύκλους που ασχολούνται με τη μόδα, τα sneakers ή τη μουσική τραπ για να υποδηλώσει αυτόν που 'πουλάει' κάτι ως το επόμενο μεγάλο trend. Μπορεί να έχει και αρνητική χροιά, υπονοώντας ότι ο ενθουσιασμός είναι αδικαιολόγητος.
- Παράδειγμα
-
> Μην τον ακούς αυτόν, είναι ο κλασικός χαϊπίνονονας που προσπαθεί να μας πείσει ότι αυτά τα παπούτσια είναι συλλεκτικά.
> Έγινε μεγάλος χαϊπίνονονας τώρα που έπιασε δουλειά στην εταιρεία προώθησης.
0
Σχόλια